40 χρόνια από την έναρξη 
της Β΄ Βατικανής Συνόδου

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Β΄ Βατικανή Σύνοδος είναι το μέγιστο εκκλησιολογικό και εκκλησιαστικό γεγονός του 20ου αιώνα, το οποίο δεν έπαυσε να φέρει καρπούς τόσο για την Εκκλησία όσο και για τον κόσμο όλο στο σύνολό του. Οι σχέσεις της Εκκλησίας με τον κόσμο άλλαξαν και συνεχώς αλλάζουν. Σήμερα η Εκκλησία είναι παρούσα ταπεινά και όχι θριαμβολογικά, παρά τα φαινόμενα, διότι o σημερινός άνθρωπος, όπως και ο χθεσινός, έχει ανάγκη από τον Θεό και από τον λόγο του Θεού, χρειάζεται να ξέρει από που έρχεται και που πηγαίνει, ότι έρχεται από τον Θεό και πηγαίνει προς τον Θεό.
Αλλά ποιος θα διδάξει στον άνθρωπο την αλήθεια αυτή αν όχι η Εκκλησία, ο Λαός του Θεού; Όλοι έχουν τη θέση τους και τον ρόλο τους μέσα στην Εκκλησία και μέσα στον κόσμο. Μετά τη Βατικανή Σύνοδο η Εκκλησία δεν είναι πια σαν πυραμίδα που έχει στην κορυφή τον κλήρο, αλλά συγκροτείται από όλα τα μέλη της τα καθαγιασμένα με το βάπτισμα, το χρίσμα και την ιεροσύνη, και χρειάζεται συνεχής επιμόρφωση και επαγρύπνηση. Τίποτε δεν είναι πια όπως πριν. Ο κόσμος έχει ξυπνήσει, ενηλικιωθεί, και η Εκκλησία δεν έχει δικαίωμα να μένει πίσω και ουρανός στις ανάγκες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της λειτουργικής της ζωής, της ενδυμασίας των λειτουργών της και άλλων. Όπως είχε πει χωρίς περιστροφές και ο αείμνηστος δομινικανός ιερομόναχος Ύβ Κονγκάρ, για πρώτη φορά η Εκκλησία έχει να αντιμετωπίσει τον κόσμο ως κόσμο, δηλαδή ως κάτι εκτός του εαυτού της αλλά που διψά την γάπη, την ευτυχία, την αλήθεια, τον Χριστό. Πως θα αναγγείλει αυτά στον κόσμο αν ο λόγος της δεν είναι σύγχρονος, επίκαιρος, αληθινά ανθρώπινος και συνάμα βαθιά χριστιανικός; Nemo dat quod non habet – κανείς δεν δίνει ό,τι δεν έχει. Δεν αρκεί να φορείς ράσο για να είσαι ιερέας, δεν αρκεί να βαπτισθείς για να είσαι χριστιανός. Χωρίς πίστη δυνατή και ζωντανή είσαι σκέτος τενεκές στιλπνός. Του πιστεύοντος η πίστη φαίνεται. Μπορείς να είσαι παπάς και να σκανδαλίζεις. Όμως είσαι μάρτυρας; Η εποχή μας έχει ανάγκη πρώτα από μάρτυρες, και έπειτα από πτυχιούχους. Αυτό ήλθε να προλάβει η Β΄ Βατικανή. Αν δεν είχε συγκληθεί, η χριστιανική κατάσταση του κόσμου θα ήταν τρισχειρότερη.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ
Για πρώτη φορά στην ιστορία των Γενικών Συνόδων οι Πατέρες εξετάζουν το μυστήριο της Εκκλησίας ως Εκκλησία. Οι πρώτες Σύνοδοι είχαν ασχοληθεί με το μυστήριο του Χριστού, με τις δύο φύσεις του, τη θεία και την ανθρώπινη, με τον καθορισμό του Κανόνα των Γραφών και με τα ιερά μυστήρια. Η Σύνοδος του Τριδέντου καταδίκασε τις πλάνες του προτεσταντισμού. Είχε τεθεί το ερώτημα «Εκκλησία, τι λες περί του εαυτού σου;», και εκείνη απήντησε «Είμαι του Ιησού Χριστού».
Η Βίβλος κατέχει περίοπτη θέση μέσα στη βασιλική Αγίου Πέτρου της Ρώμης, όπου συνεδριάζουν οι Πατέρες μαζί με έμπειρους θεολόγους που τους συνοδεύουν. Η Εκκλησία αρχίζει να κοιτάζεται μέσα στην Αγία Γραφή για να βρει απάντηση στα προβλήματα που της θέτει ο κόσμος του καιρού της, εξετάζει τη συνείδησή της. Η Εκκλησιολογία εμφανίζει δύο πρωτοτυπίες. Η Α΄ Βατικανή (1869-1870) είχε εξετάσει τη θέση και τον ρόλο του Πάπα, το πρωτείο και το αλάθητό του, όμως λόγω του πολέμου δεν προχώρησε στην άλλη όψη της Εκκλησίας, στη θέση και τον ρόλο του διαδόχου των Αποστόλων, των Επισκόπων ενωμένων με τον Πάπα και γύρω απ’αυτόν. Η Β΄ Βατικανή κατά κάποιον τρόπο συμπληρώνει την Α΄, λέγοντας ότι οι Επίσκοποι δεν είναι πειθήνιοι εκτελεστές και όργανα της παποσύνης αλλά ενεργούν χάρη στην επισκοπική τους χειροτονία, ενωμένοι πάντοτε, “una cum”, με τον Επίσκοπο Ρώμης. Συζητήθηκε πολύ η λεγομένη συλλογικότητα των Επισκόπων και η κοινωνία των μεν με τους δε και με τον Επίσκοπο Ρώμης, απαραίτητο στοιχείο της ενότητας του λαού του Θεού. Οι Επίσκοποι είναι διάδοχοι των Αποστόλων όπως ο Πάπας είναι διάδοχος του Πέτρου. Αυτό στην πράξη δεν ήταν τόσο σαφές πριν από τη Β΄ Βατικανή, που καινοτομεί με το σπουδαίο διάταγμά της περί Εκκλησίας». Το Lumen gentium – Το Φως των εθνών είναι το στήριγμα και το θεμέλιο όλων των λοιπών διαταγμάτων, θεσπισμάτων και δηλώσεων της Συνόδου. Εν όλω 16 επίσημα κείμενα δίνουν την επίσημη σκέψη της Εκκλησίας.
Στο περί Εκκλησίας διάταγμα για πρώτη φορά η Εκκλησία χαρακτηρίζεται ως Μυστήριο που έχει τη ρίζα του μέσα στην τριαδική ζωή του Θεού (κεφάλαιο α΄), ως Λαός του Θεού (κεφάλαιο β΄), και μόνο στο γ΄ κεφάλαιο τοποθετείται ως Ιεραρχία. Ο Λαός του Θεού περιλαμβάνει όλους επισκόπους, ιερείς, μοναχούς και λαϊκούς. Πριν να είναι Επίσκοπος κάποιος, ακόμη και ο Πάπας, είναι βαπτισμένος. Και αναφέρεται το του Αγίου Αυγουστίνου. «Είμαι Βαπτισμένος με σας και Επίσκοπος για σας».
Και η Παναγία Θεοτόκος είναι μέρος και μέλος του λαού του Θεού, αν και η Σύνοδος της αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο. Όλος ο λαός του Θεού χάρη στο βάπτισμα, στο χρίσμα και στα άλλα μυστήρια προορίζεται στην αγιοσύνη. Έτσι οι λαϊκοί (αυτό τονίζεται για πρώτη φορά από Σύνοδο) καθώς και οι μοναχοί έχουν ένα ουσιαστικό και αναντικατάστατο ρόλο να διαδραματίσουν μέσα στην Εκκλησία και στον κόσμο. Σκοπός τους είναι να καθαγιάσουν τον κόσμο (consacratio mundi) μέσα στον οποίο ζουν, όπως ο ιερέας καθαγιάζει τον άρτο και τον οίνο στη Θεία Λειτουργία.
Βαρυσήμαντη είναι η θέση και το έργο των λαϊκών στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, καθώς και η χριστιανική τους μαρτυρία. Φέρνουν τον Χριστό εκεί όπου δεν μπορεί να εισχωρήσει ο ιερέας εκ φύσεως και κλήσεως. Θέση τους είναι ο μεγάλος καθημερινός αγώνας και μόχθος τους μέσα στον κόσμο. Αυτό είναι τρομερή καινοτομία της Β΄ Βατικανής. Γεννά απαιτήσεις και η ιδιότητα του λαϊκού όπως και η ιδιότητα του ιερέως, πράγμα που χρειάζεται χριστιανική μόρφωση και επιμόρφωση. Με άλλα λόγια, ο κόσμος δεν σώζεται αν δεν αναλάβουν κα οι λαϊκοί την πληρότητα της θέσεώς τους μέσα στην Εκκλησία και μέσα στον κόσμο. Αυτό είναι το μήνυμα της Β΄ Βατικανής, που τείνει το χέρι στο λαϊκό στοιχείο όχι από την πίεση των καιρών αλλά λόγω της κλήσεώς του μέσα στο κοινό Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία του Χριστού οφείλει να είναι αλήθεια και ζωή και όχι τυπολατρία και παθητική επανάληψη του παρελθόντος, ακόμη κι αν αυτό υπήρξε άριστο και λαμπρό.

Η ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ
Άλλη μεγάλη καινοτομία της Β΄ Βατικανής, την οποία θέλησε ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ΄. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας διακρίνονται τα δόγματα της πίστεως και το εκάστοτε περιεχόμενό τους από την διατύπωση αυτής ταύτης της πίστεως. Τα δόγματα δεν επαναλαμβάνονται στερεότυπα. Διατυπώθηκαν μεν μια για πάντα, όμως υπό διαφορετικές πολιτιστικές, κοινωνικές και γλωσσικές συνθήκες, μπορούν λοιπόν σήμερα να διατυπωθούν ξανά χωρίς να αλλοιωθούν οι αιώνιες αλήθειες της πίστεως τις οποίες περιέχουν.
Έτσι εμείς οι Λατινόρυθμοι Καθολικοί τελούμε τη Λειτουργία σε νέα λειτουργική γλώσσα, που καθιστά πιο εφικτή τη συμμετοχή των πιστών. Ο κάθε λαός προσεύχεται στη γλώσσα την οποία καταλαβαίνει, και τρέφεται τόσο από το μυστήριο του Θείου Λόγου όσο και από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Σε κύκλο τριών ετών ο εκκλησιαζόμενος κάθε λαού, έθνους και παιδείας ακούει τον ζωντανό Λόγο του Θεού όπως κηρύχθηκε από τον Ιησού και τους Αποστόλους του. Κάποιος καθηγητής του Α.Π.Θ., σήμερα μακαρίτης, εξερχόμενος από τη θεία Λειτουργία όπως τελείται σε μας, έλεγε προ ετών: «Σας κοροϊδεύαμε που είχατε τη Λειτουργία στη λατινική, και τώρα μας ξεπεράσατε». Είθε και οι κατά τόπους Εκκλησίες των Ορθοδόξων, χωρίς να νοθεύσουν καθόλου την Παράδοση, να γνωρίσουν σύντομα νέα λειτουργική άνθηση. Ας μη κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Οι νέες γενεές των Ελλήνων είναι μακριά από την Εκκλησία. Άραγε φταίνε αυτές, ή η Εκκλησία που δεν τολμά να έλθει κοντά τους λειτουργικά;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο μακάριος Ιωάννης ΚΓ΄, ο επικαλούμενος «καλός», άνοιξε την Εκκλησία στα βαθιά νερά επειδή είδε τα «σημεία των καιρών» χωρίς φόβο και τρόμο, διότι πίστευε στον Θεό βαθιά, αλλά πίστευε και στην Εκκλησία ως σε ζωντανή πραγματικότητα, και επιθυμούσε μία «νέα Πεντηκοστή». Σήμερα η Καθολική Εκκλησία, παρά τα όποια προβλήματά της, είναι ζωντανή, έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Είπαν ότι η σπουδαιότερη πράξη της αρχιερατείας του Πάπα εκείνου ήταν ο λόγος τον οποίο πρόφερε με την ευκαιρία της ενάρξεως της Συνόδου στις 11 Οκτωβρίου του 1962. «Δεν κατάστρωσε συνοδικό πρόγραμμα, διότι αυτό κατά τη γνώμη του ανήκε στην αρμοδιότητα της συνελεύσεως, αλλά καθόρισε μια χριστιανική συμπεριφορά κατάλληλη για τη σύγχρονη εποχή, που κυριαρχείται από την απαίτηση του aggiornamento – ανακαινισμού, με την επιλογή μιας στάσεως ελέους και όχι καταδίκης, και με την απόρριψη των «προφητών του κακού …, που δεν βλέπουν στην εποχή τους άλλο από παράβαση καθήκοντος και καταστροφής, για το οποίο ο Πάπας είχε άλλη γνώμη» (Π. Ιωσήφ Alberigo, ιστορικός). Υπήρξε Πάπας αισιόδοξος, που έβλεπε μακριά. Και ο Χριστός είχε βεβαιώσει ότι ήλθε να σώσει όχι δικαίους αλλά αμαρτωλούς, να ιατρέψει όχι υγιείς αλλά αρρώστους.

Αναδημοσίευση άρθρου του Π. Ιωάννη Λούβαρη, β.κ.,
που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθολική»
στο φύλλο της 3ης Δεκεμβρίου 2002