ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ
ΤΟΥ ΠΑΠΑ
ΠΑΥΛΟΥ ΣΤ΄
ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ Α΄
ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥΣ
ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ: 5.1.1964

ΡΩΜΗ – ΦΑΝΑΡΙ 7.12.1965
1. - Γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον Θεό για τη χάρη που δόθηκε σ’ αυτούς μέσα στη θεϊκή του ευσπλαχνία να συναντηθούν αδελφικά στους Αγίου Τόπους, όπου, διαμέσου του θανάτου και της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού συμπληρώθηκε το μυστήριο της σωτηρίας μας, και με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος συστήθηκε η Αγία Εκκλησία, ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄, δεν αδιαφόρησαν για την πρόθεσή τους να πράξουν ό,τι είναι δυνατό στον καθένα τους, για να μη παραλείψουν στο εξής κάθε χειρονομία, εμπνεόμενη από την αγάπη και ικανή να διευκολύνει την ανάπτυξη των αδελφικών σχέσεων, οι οποίες με τον τρόπο αυτό εγκαινιάσθηκαν μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, είναι πεπεισμένοι ότι ανταποκρίνονται στην κλήση της Θείας Χάρης, η οποία οδηγεί σήμερα τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως και όλους τους Χριστιανούς να υπερνικήσουν τις διαφορές τους και να ξαναγίνουν και πάλι «ένα», όπως ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το ζήτησε από τον Πατέρα Του.

2. - Ανάμεσα στα εμπόδια, τα οποία βρίσκονται στο δρόμο της προαγωγής των αδελφικών αυτών σχέσεων εμπιστοσύνης και τιμής, προβάλλει η ανάμνηση των λυπηρών αποφάσεων, ενεργειών και γεγονότων, τα οποία κατά το 1054 κατέληξαν στο ΑΝΑΘΕΜΑ, το οποίο έριξαν κατά του Πατριάρχου Μιχαήλ του Κηρουλαρίου και δύο άλλων προσώπων, οι απεσταλμένοι του Ρωμαϊκού Θρόνου, υπό την ηγεσία του Καρδιναλίου Ουμβέρτου, κατά των οποίων απεσταλμένων στη συνέχεια ρίχτηκε ανάλογο ΑΝΑΘΕΜΑ από τον Πατριάρχη και τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως.

3. - Και τα γεγονότα αυτά υπήρξαν ασφαλώς οδυνηρά κατά την ιδιαίτερα ταραγμένη εκείνη χρονική περίοδο της ιστορίας. Σήμερα όμως κρίνουμε τα γεγονότα αυτά με πνεύμα μεγαλύτερης ηρεμίας και δικαιοσύνης, και επιβάλλεται να αναγνωρίσουμε τις υπερβολές, με τις οποίες επιβαρύνθηκαν, και οι οποίες, οδήγησαν στη συνέχεια σε άλλες συνέπειες που ξεπερνούσαν, σύμφωνα με τη σημερινή μας κρίση, τις προθέσεις και τις προβλέψεις των πρωτεργατών τους, των οποίων οι καταδίκες στρέφονταν κατά των σχετικών προσώπων, και όχι κατά των Εκκλησιών, και δεν αποσκοπούσαν στη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των Θρόνων Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.

4. - Γι’ αυτούς τους λόγους, ο Πάπας Παύλος ΣΤ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄, με την Ιερή τους Σύνοδο, πεπεισμένοι ότι εκφράζουν την κοινή επιθυμία δικαιοσύνης και το ομόθυμο αίσθημα αγάπης των πιστών τους, και ενθυμούμενοι την εντολή του Κυρίου, ο οποίος είπε: «Αν προσφέρεις το δώρο σου πάνω στο θυσιαστήριο, και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί το δώρο σου, μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώρα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου» (Μθ. ε΄, 23-24), ομόφωνα δηλώνουν:
α. - Αποδοκιμάζουν τους προσβλητικούς λόγους, τις αβάσιμες κατηγορίες και τις αξιοκατάκριτες χειρονομίες, τα οποία και από τις δύο πλευρές χαρακτήρισαν ή συνόδευσαν τα θλιβερά γεγονότα της εποχής εκείνης.
β. - Αποδοκιμάζουν επίσης και αφαιρούν από τη μνήμη και από το περιβάλλον της Εκκλησίας τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ που επακολούθησαν, η ανάμνηση των οποίων επενεργεί μέχρι σήμερα ως εμπόδιο στην προσέγγιση της αγάπης και παραδίνουν αυτά τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ στον ξεχασμό.
γ. - Εκφράζουν, τέλος, τη θλίψη τους για τα λυπηρά προηγούμενα και τα μεταγενέστερα γεγονότα, τα οποία, κάτω από την επίδραση διαφόρων παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους είναι και η αμοιβαία έλλειψη κατανόησης και εμπιστοσύνης, οδήγησα τελικά στην πλήρη διάσπαση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

5.- Ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄, με τη Σύνοδό τους, συνειδητοποιούν ότι η χειρονομία αυτή δικαιοσύνης και αμοιβαίας συγγνώμης δεν μπορεί να επαρκέσει στον τερματισμό παλαιοτέρων και νεωτέρων διαφορών, που υπάρχουν μεταξύ της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας και οι οποίοι, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος θα ξεπεραστούν, διαμέσου του εξαγνισμού των καρδιών, της αποδοκιμασίας των ιστορικών σφαλμάτων, όπως και της αποτελεσματικής θελήσεως να φτάσουμε στην κοινή κατανόηση και διατύπωση της αποστολικής πίστεως και των απαιτήσεών της.
Ωστόσο, πραγματοποιώντας αυτήν τη χειρονομία, ελπίζουν ότι αυτή θα είναι ευχάριστη στο Θεό, ο οποίος είναι πρόθυμος να μας συγχωρέσει, όταν εμείς συγχωρούμε ο ένας τον άλλον, και θα εκτιμηθεί από ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, αλλά ιδιαίτερα από το σύνολο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως έκφραση αμοιβαίας ειλικρινούς θελήσεως για συμφιλίωση και ως πρόσκληση να αναζητήσουμε, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, εκτιμήσεως και αγάπης, τον Διάλογο, ο οποίος, με τη βοήθεια του Θεού, θα τις οδηγήσει να ξαναζήσουν και πάλι, προς μεγαλύτερη ωφέλεια των ψυχών και προς έλευση της Βασιλείας του Θεού, την πλήρη κοινωνία της πίστεως, της αδελφικής ομόνοιας και της μυστηριακής ζωής, η οποία υπήρξε μεταξύ τους κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας.


ΠΑΠΑΣ ΠΑΥΛΟΣ ΣΤ΄
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ Α΄